nuclearpower.gr Πυρηνική ενέργεια, με πηγές

Ορολογία

Γλωσσάρι

Κάθε όρος με τον αγγλικό αντίστοιχό του και με το μητρώο στο οποίο ανήκει. Ο κλάδος γράφει σε δύο επίπεδα, το καθημερινό και το κανονιστικό, και κανένα από τα δύο δεν είναι λάθος: η θέση στο κείμενο αποφασίζει ποιο μπαίνει.

N

NEPIO

Ο συντονιστικός μηχανισμός που συστήνει ένα κράτος για να εξετάσει την πυρηνική επιλογή πριν αποφασίσει.

κανονιστικό

Α

ακτινοπροστασία

Το σύνολο των μέτρων που κρατούν την έκθεση σε ακτινοβολία όσο χαμηλά είναι εύλογα εφικτό.

κανονιστικό

αλυσιδωτή αντίδραση

Κάθε σχάση δίνει νετρόνια που προκαλούν τις επόμενες σχάσεις, οπότε η αντίδραση συντηρείται μόνη της.

καθημερινό

άμυνα σε βάθος

Η αρχή ότι η ασφάλεια στηρίζεται σε αλλεπάλληλα ανεξάρτητα επίπεδα, όχι σε ένα μοναδικό μέτρο.

κανονιστικό

ανάλυση θεσμικών ελλείψεων

Η καταγραφή της απόστασης ανάμεσα σε ό,τι διαθέτει μια χώρα σήμερα και σε ό,τι απαιτείται ανά θέμα υποδομής.

κανονιστικό

αναλωμένο καύσιμο

Το καύσιμο που έχει βγει από τον αντιδραστήρα επειδή δεν συμφέρει πια ενεργειακά, όχι επειδή άδειασε.

κανονιστικό

αντιδραστήρας τύπου RBMK

Σοβιετικός σχεδιασμός με γραφίτη ως επιβραδυντή και νερό ως ψυκτικό, με χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται στους δυτικούς σταθμούς.

κανονιστικό

ατμογεννήτρια

Εναλλάκτης όπου το ζεστό νερό του αντιδραστήρα βράζει, χωρίς να αναμειχθεί, το νερό του κυκλώματος της τουρμπίνας.

κανονιστικό

Γ

γεωλογική διάθεση

Η τελική τοποθέτηση καταλοίπων υψηλής ενεργότητας σε σταθερό γεωλογικό σχηματισμό, σε μεγάλο βάθος.

κανονιστικό

Δ

δέσμη καυσίμου

Το συγκρότημα ράβδων καυσίμου που φορτώνεται και αφαιρείται από την ενεργό ζώνη ως ενιαίο κομμάτι.

κανονιστικό

δευτερεύον κύκλωμα

Το κύκλωμα ατμού και νερού που κινεί την τουρμπίνα και δεν επικοινωνεί με το ψυκτικό του αντιδραστήρα.

κανονιστικό

διασφαλίσεις

Το διεθνές σύστημα λογιστικής και επαλήθευσης που βεβαιώνει ότι τα πυρηνικά υλικά μένουν σε ειρηνική χρήση.

κανονιστικό

διερευνητική φάση

Η πρώτη από τις τρεις φάσεις του ΔΟΑΕ: όσα εξετάζονται πριν ληφθεί απόφαση για πυρηνικό πρόγραμμα.

κανονιστικό

ΔΟΑΕ

Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, αυτόνομος διεθνής οργανισμός συνδεδεμένος με τα Ηνωμένα Έθνη.

κανονιστικό

δόση

Το μέτρο της ενέργειας που εναποθέτει η ακτινοβολία στην ύλη ή στον οργανισμό.

κανονιστικό

δοχείο πίεσης

Το χαλύβδινο δοχείο που κλείνει μέσα του την ενεργό ζώνη και κρατά το ψυκτικό υπό πίεση.

κανονιστικό

Ε

εμπλουτισμός

Η διεργασία που αυξάνει την αναλογία του ουρανίου-235 μέσα στο ουράνιο.

κανονιστικό

ενεργός δόση

Το μέγεθος που συνοψίζει τον συνολικό κίνδυνο για τον οργανισμό, αθροίζοντας τα επιμέρους όργανα με βάρη.

κανονιστικό

ενεργός ζώνη

Το τμήμα του αντιδραστήρα όπου βρίσκεται το καύσιμο και γίνεται η σχάση.

κανονιστικό

επανεπεξεργασία

Η χημική διαχώριση του αναλωμένου καυσίμου ώστε να ξαναχρησιμοποιηθεί μέρος του υλικού.

κανονιστικό

επιβραδυντής

Υλικό που κόβει την ταχύτητα των νετρονίων ώστε να προκαλούν ευκολότερα σχάση.

κανονιστικό

ΕΣΕΚ

Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το κείμενο που περιγράφει τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.

κανονιστικό

Ευρατόμ

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, το ενωσιακό πλαίσιο για την πυρηνική ενέργεια.

κανονιστικό

Η

ημιζωή

Ο χρόνος στον οποίο η ενεργότητα ενός ραδιονουκλιδίου πέφτει στο μισό.

κανονιστικό

Θ

θέματα υποδομής

Οι δεκαεννέα κατηγορίες ζητημάτων που ο ΔΟΑΕ ορίζει ότι πρέπει να εξεταστούν σε κάθε ορόσημο.

κανονιστικό

Ι

ισοδύναμη δόση

Δόση σε έναν ιστό, σταθμισμένη ανάλογα με το πόσο βλαπτικό είναι το είδος της ακτινοβολίας.

κανονιστικό

ισότοπο

Παραλλαγή ενός στοιχείου με ίδιο αριθμό πρωτονίων και διαφορετικό αριθμό νετρονίων.

καθημερινό

Κ

κατανεμητέα παραγωγή

Παραγωγή που ο διαχειριστής μπορεί να ζητήσει και να ρυθμίσει, ανεξάρτητα από τον καιρό.

κανονιστικό

κλίμακα INES

Διεθνής κλίμακα που κατατάσσει πυρηνικά και ραδιολογικά συμβάντα κατά βαρύτητα, για να επικοινωνούνται με κοινή γλώσσα.

κανονιστικό

κλίμακα INES

Διεθνής κλίμακα κατάταξης πυρηνικών και ραδιολογικών συμβάντων κατά σοβαρότητα.

κανονιστικό

κόστος συστήματος

Το κόστος που προσθέτει μια μονάδα στο υπόλοιπο ηλεκτρικό σύστημα, πέρα από το δικό της κόστος παραγωγής.

κανονιστικό

κρισιμότητα

Η κατάσταση στην οποία η αλυσιδωτή αντίδραση αυτοσυντηρείται σταθερά, χωρίς να σβήνει και χωρίς να ανεβαίνει.

κανονιστικό

κύκλος καυσίμου

Όλη η διαδρομή του πυρηνικού καυσίμου, από την εξόρυξη ως τη διαχείριση όσων μένουν μετά τη χρήση.

κανονιστικό

Μ

μη διασυνδεδεμένα νησιά

Νησιά που δεν συνδέονται με το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς και καλύπτουν τη ζήτησή τους τοπικά.

κανονιστικό

μικροδίκτυο

Τοπικό ηλεκτρικό σύστημα που μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, με δική του παραγωγή και δικό του έλεγχο.

κανονιστικό

μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες

Αντιδραστήρες μικρότερης ισχύος, κατασκευασμένοι σε εργοστάσιο ως ενότητες· ελάχιστοι λειτουργούν ή κατασκευάζονται σήμερα.

κανονιστικό

Ν

νετρόνιο

Σωματίδιο του πυρήνα χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, ο φορέας της αλυσιδωτής αντίδρασης.

κανονιστικό

Ξ

ξηρή αποθήκευση

Φύλαξη αναλωμένου καυσίμου σε θωρακισμένα δοχεία που ψύχονται με τον αέρα, χωρίς αντλίες.

κανονιστικό

Ο

ορόσημο

Η συνθήκη που δείχνει ότι μια φάση ολοκληρώθηκε και ότι μπορεί να ληφθεί απόφαση για την επόμενη.

κανονιστικό

ουράνιο-235

Το ισότοπο του ουρανίου που σχάζεται από αργά νετρόνια και τροφοδοτεί τους σημερινούς αντιδραστήρες.

κανονιστικό

Π

παθητική ασφάλεια

Λειτουργίες ασφαλείας που στηρίζονται σε φυσικά φαινόμενα αντί για αντλίες, ρεύμα και εντολές.

κανονιστικό

παραμένουσα θερμότητα

Η θερμότητα που συνεχίζει να βγάζει το καύσιμο αφού σταματήσει η αλυσιδωτή αντίδραση.

κανονιστικό

παροπλισμός

Η διαδικασία οριστικής παύσης, απορρύπανσης και αποξήλωσης μιας εγκατάστασης.

κανονιστικό

περιοριστικό κέλυφος

Η στεγανή κατασκευή γύρω από τον αντιδραστήρα, που κρατά μέσα ό,τι θα μπορούσε να διαφύγει.

κανονιστικό

πιεστής

Το δοχείο που ρυθμίζει και διατηρεί την πίεση του πρωτεύοντος κυκλώματος.

κανονιστικό

πλουτώνιο

Σχάσιμο στοιχείο που δημιουργείται μέσα στο καύσιμο κατά τη λειτουργία του αντιδραστήρα.

κανονιστικό

Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου

Κανονιστικό κείμενο που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

κανονιστικό

προμελέτη σκοπιμότητας

Η προκαταρκτική μελέτη που αποτιμά αν μια επιλογή στέκει, πριν δεσμευτούν πόροι για πλήρη μελέτη.

κανονιστικό

πρωτεύον κύκλωμα

Το κλειστό κύκλωμα που κυκλοφορεί το ψυκτικό μέσα από την ενεργό ζώνη.

κανονιστικό

Ρ

ράβδοι ελέγχου

Ράβδοι από υλικό που απορροφά νετρόνια, με τις οποίες ρυθμίζεται η ισχύς.

κανονιστικό

ραδιενεργά κατάλοιπα

Υλικά με ραδιενέργεια για τα οποία δεν προβλέπεται περαιτέρω χρήση και πρέπει να διαχειριστούν ελεγχόμενα.

κανονιστικό

ραδιενέργεια

Η αυθόρμητη διάσπαση ασταθών πυρήνων, που εκπέμπουν ακτινοβολία καθώς μεταπίπτουν σε σταθερότερη μορφή.

καθημερινό

ρυθμιστική αρχή

Η ανεξάρτητη αρχή που αδειοδοτεί, επιθεωρεί και μπορεί να σταματήσει μια πυρηνική ή ραδιολογική δραστηριότητα.

κανονιστικό

Σ

σεισμική αξιολόγηση

Η μελέτη που ορίζει τη σεισμική δράση σχεδιασμού για μια θέση και ελέγχει αν οι κατασκευές την αντέχουν.

κανονιστικό

συντελεστής φορτίου

Η αναλογία της ενέργειας που όντως παρήγαγε μια μονάδα προς όση θα έδινε αν δούλευε συνεχώς στην ονομαστική της ισχύ.

κανονιστικό

σύντηξη

Ελαφροί πυρήνες ενώνονται σε βαρύτερους και δίνουν ενέργεια, το αντίστροφο της σχάσης.

καθημερινό

σχάση

Ο πυρήνας ενός βαρέος ατόμου σπάει σε ελαφρύτερα κομμάτια και ελευθερώνει ενέργεια.

κανονιστικό

Τ

ταχύς αντιδραστήρας

Αντιδραστήρας χωρίς επιβραδυντή, όπου η σχάση συντηρείται από γρήγορα νετρόνια.

κανονιστικό

τήξη ενεργού ζώνης

Η υπερθέρμανση και το λιώσιμο του καυσίμου όταν χαθεί η ψύξη του.

κανονιστικό

Φ

φορτίο βάσης

Το τμήμα της ζήτησης που υπάρχει συνεχώς, μέρα και νύχτα, όλες τις εποχές.

καθημερινό

φράγματα συγκράτησης

Τα διαδοχικά, ανεξάρτητα μεταξύ τους εμπόδια ανάμεσα στα ραδιενεργά υλικά και στο περιβάλλον.

κανονιστικό

Χ

χωροθέτηση

Η διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης θέσης για μια πυρηνική εγκατάσταση, με κριτήρια που ξεπερνούν κατά πολύ τη διαθεσιμότητα νερού.

κανονιστικό

Ψ

ψυκτικό μέσο

Το ρευστό που παραλαμβάνει τη θερμότητα από το καύσιμο και τη μεταφέρει έξω από την ενεργό ζώνη.

κανονιστικό